αβατος

αβατος
    ἄβατος
    ἄ-βᾰτος
    2, редко 3
    1) непроходимый, недоступный
    

(ἐρημία Aesch.; Παρνησιάδες κορυφαί Eur.; ὄρος Soph.; οὔρεα Her.; ποταμός Xen.; ὁδός Plut.)

    2) запретный, заповедный, священный
    

(φυλλὰς θεοῦ Soph.; πέδον Eur.; ἱερόν Plat., Plut.)

    3) неприступный, целомудренный, непорочный, чистый
    

(ψυχή Plat., Plut.; ἥ ἔλαφος, γυνή Luc.)

    4) необъезженный
    

(ἵππος Luc.)

    5) мешающий ходить, сковывающий движения
    

(πόνος Luc.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αβατος" в других словарях:

  • ἄβατος — untrodden masc nom sg ἄβατος untrodden masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άβατος — η, ο 1. απρόσιτος, απάτητος: Ο τόπος αυτός ήταν τόσο απλησίαστος ώστε καταντούσε άβατος. 2. αυτός που δεν πρέπει να βεβηλωθεί, ιερός: Το Άγιο Όρος είναι τόπος άβατος για τις γυναίκες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άβατος — η, ο (Α ἄβατος, ον) [βαίνω] απάτητος, απροσπέλαστος, αδιάβατος, δυσπρόσιτος αρχ. 1. ιερός, καθαρός, αγνός 2. (για θηλ. ζώα και ειρων. για γυναίκες) αβάτευτος το ουδ. ως ουσ. το άβατον* …   Dictionary of Greek

  • ἀβάτως — ἄβατος untrodden adverbial ἄβατος untrodden masc acc pl (doric) ἄβατος untrodden adverbial ἄβατος untrodden masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβατωτέρους — ἄβατος untrodden masc acc comp pl ἄβατος untrodden masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβατώτατος — ἄβατος untrodden masc nom superl sg ἄβατος untrodden masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβάτους — ἄβατος untrodden masc acc pl ἄβατος untrodden masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄβατοι — ἄβατος untrodden masc nom/voc pl ἄβατος untrodden masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβάτην — ἄβατος untrodden fem acc sg (attic epic ionic) ἀ̱βά̱την , ἀβάω attain imperf ind act 3rd dual (doric aeolic) ἀβά̱την , ἀβάω attain imperf ind act 3rd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβάτης — ἄβατος untrodden fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβάτω — ἄβατον untrodden neut nom/voc/acc dual ἄβατον untrodden neut gen sg (doric aeolic) ἄβατος untrodden masc/neut nom/voc/acc dual ἄβατος untrodden masc/neut gen sg (doric aeolic) ἄβατος untrodden masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἄβατος untrodden… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»